Γαλαξίδι · Χειμώνας 1926 · Ὁ τόπος ποὺ ἡ θάλασσα ξεχνᾷ νὰ γυρίσῃ
Κωνσταντῆς Ἀρβανίτης
«ὁ τοῖχος ποὺ δὲν τὸν περνάει τίποτα»
19 ἐτῶν · Ἐργοδηγὸς ταρσανᾶ · Ἀδελφὸς τοῦ Λέανδρου
Εἶσαι ὁ μεγαλύτερος, ὁ βαρύς, αὐτὸς ποὺ ὅταν στέκεται σὲ μιὰ πόρτα δὲν περνάει τίποτα. Στὰ δεκαεννιά σου τὰ χέρια σου σηκώνουν ὅ,τι δὲν σηκώνουν τρεῖς. Ἔμεινες στὸ καρνάγιο ὅταν ὅλοι ἔφυγαν, γιατὶ κάποιος ἔπρεπε νὰ μείνῃ μὲ τὰ νεκρὰ ξύλα.
Μὰ τὸ καρνάγιο πέθανε, κι ἐσὺ τὸ ξέρεις. Ὁ ἀτμὸς πῆρε τὶς θάλασσες· τὰ μεγάλα ἱστιοφόρα σαπίζουν στὰ σκαριά. Κάθεσαι στὸν πάγκο μὲ τὰ βαριὰ ἐργαλεῖα κι ἀφήνεις τὴ μέρα νὰ περάσῃ ἀπὸ πάνω σου σὰν νερό.
Ἀπόψε
Πέρασαν σαράντα μέρες ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Καπετὰν Ἀνάργυρος Σιδέρης πνίγηκε σὲ θάλασσα λάδι, νηνεμία, καὶ ξεβράστηκε στεγνός. Ἀπόψε εἶναι τὸ σαρανταήμερο μνημόσυνό του, στὸ ἀρχοντικό του πάνω ἀπ' τὸν Χηρόλακα. Ἡ καταιγίδα ἔκλεισε τοὺς δρόμους πίσω σου.
Πῶς σὲ παίζεις
Δυνατός, ἥσυχος, ἀφοσιωμένος στοὺς δικούς σου. Τὸ σῶμα σου εἶναι ἡ τελευταία πύλη τοῦ ταρσανᾶ — ὅ,τι θέλει νὰ περάσῃ, περνάει ἀπὸ σένα. Μὰ ὑπάρχει μιὰ νωθρότητα ποὺ σὲ τραβάει κάτω, μιὰ φωνὴ ποὺ λέει «κάτσε, ξεκουράσου, ἄσ' το νὰ γίνῃ χωρὶς ἐσένα». Καὶ τὸ πιὸ δύσκολο πρᾶγμα, γιὰ σένα, εἶναι νὰ κουνηθῇς.
Δεσμοί
- Λέανδρος Ἀρβανίτης, 17 — ὁ μικρός σου ἀδελφός· σκοτεινός, ἔξυπνος, βυθισμένος. Τὸν προσέχεις κι ἂς μὴν τὸ λές.
- Καπετὰν Ἀνάργυρος Σιδέρης — ὁ νεκρὸς καπετάνιος· σαρανταήμερο ἀπόψε.
- Θανάσης Βελάνης — ὁ νεαρὸς καπετάνιος ποὺ ἀκόμη βγαίνει στ' ἀνοιχτά.
«Κάποιος ἔπρεπε νὰ μείνῃ μὲ τὰ νεκρὰ ξύλα.» — Ἔμεινες ἐσύ.
Ἐπιμέλεια Νύχτας & Τέχνη Χαρακτήρων
Claude Ferré
Πρωτότυπη Μουσική «ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ» — original score