
Θανάσης Βελάνης
▸ Ὅλη ἡ ἱστορία
Εἶσαι θαλασσινὸς πρὶν μάθῃς νὰ περπατᾷς. Τὸ ὄνομά σου τὸ κρατᾷ τὸ λιμάνι ἐδῶ καὶ τρεῖς γενιές, καὶ ὅλοι σὲ ξέρουν: ὁ μικρὸς Βελάνης, ποὺ τοῦ ἔδωσαν τιμόνι πρὶν τοῦ φυτρώσῃ γένι. Διαβάζεις τὸ νερὸ ὅπως ἄλλοι διαβάζουν πρόσωπα — τὸ ρεῦμα, τὴ φουσκοθαλασσιά, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ καιρὸς θὰ γυρίσῃ. Ξέρεις κάθε ξέρα ἀπ' τὸ Γαλαξίδι ὣς τὴν Ἴτεα μὲ κλειστὰ μάτια. Κι ὅμως, ὣς σήμερα, πάντα κάποιος ἄλλος κρατοῦσε τὴν εὐθύνη δίπλα σου.
Γιατὶ τὸ Γαλαξίδι ποὺ σὲ γέννησε πεθαίνει. Τὰ μεγάλα ἱστιοφόρα ποὺ ἔκαναν αὐτὸν τὸν βράχο πλουσιότερο ἀπ' τὴν Ἀθήνα σαπίζουν στὰ ταρσανάδικα· ὁ ἀτμὸς πῆρε τὶς θάλασσες, κι οἱ γέροι καπεταναῖοι ἀρνήθηκαν ν' ἀλλάξουν. Μιὰ ὁλόκληρη πόλη ποὺ ζοῦσε ἀπ' τὸ ξύλο καὶ τὸ πανί, τώρα μετράει χῆρες. Ἐσὺ εἶσαι ἀπ' τοὺς τελευταίους νέους ποὺ ἀκόμη ὀνειρεύονται κατάστρωμα.
Πέρασαν σαράντα μέρες ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Καπετὰν Ἀνάργυρος Σιδέρης — ὁ πιὸ μεγάλος ἀπ' ὅλους, ὁ ἄνθρωπος ποὺ θαύμαζες — πνίγηκε σὲ θάλασσα λάδι, νηνεμία, καὶ ξεβράστηκε στεγνός. Ἀπόψε εἶναι τὸ σαρανταήμερο μνημόσυνό του, στὸ ἀρχοντικό του πάνω ἀπ' τὸν Χηρόλακα.












